αναζητώντας τον παρόντα χρόνο

Μαρτίου 27, 2011

το πρωτότυπο, στα γαλλικά (μεγαλώστε)

επιθυμώ χωρίς ανάπαυλα
ως την απόγνωση
επιθυμώ τον παραισθησιογόνο έρωτα
ψευδαίσθηση μοιράσματος έξω απ’το χρόνο
μοιράσματος με τους όμοιους
που έζησαν κάποτε
και που θα ζήσουν όταν δεν θα υπάρχω

ζητώ μερίδιο από την τέχνη
που πάντα ανήκε στους ιδιοφυείς
την τέχνη των παιχνιδιών των πιο επικίνδυνων
εκείνων που ανθίζουν στα όρια τα άπιαστα της ύπαρξης
που όλοι λυσσάνε να δρασκελίσουν
εκεί που καθένας μεθά
με φευγαλέες εκδρομές στο επέκεινα
εκεί που καθένας υπάρχει
μονάχα για ν’αγγίξει τον απαγορευμένο καρπό

η ζωή παραμονεύει την καταστροφή:
ενός σώματος
που προκαλεί αδιάκοπα την άβυσσο του θανάτου και της ειρήνης
η ζωή παραμονεύει την καταστροφή:
μιας ψυχής
που γλύφει αχόρταγα τις όχθες της τρέλας
καθώς τις ζωντανεύουν ανεπαίσθητα οι σκιές των σειρήνων



Απόδοση στα ελληνικά στις 26 Μαρτίου 2011


[ play, για ν’ακούσετε το γραμμόφωνο ]

Advertisements

ου(δεν)

Φεβρουαρίου 19, 2011

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

2.-δικό μου, crayon aquarellable, 63X140 mm, σε χαρτί πλαισίου (πασπαρτού), mai 1991. Για λίγο μεγαλύτερη ανάλυση, στην «προσωπική πινακοθήκη». ©All rights reserved

ένα σχόλιο στο: Τρίτη, αργά τη νύχτα

δεν είναι εύκολο το φως
δεν αντέχεται
φόβοι αδιάβατοι και σκοτεινοί
τούκλεισαν το δρόμο
τα πανιά δεν άνοιξαν
τελικά
οι βράχοι
δεν
δεν μπόρεσαν να γίνουν ανάεροι
κι η δίψα
δεν
δεν ένωσε
απόμεινε να χωρίζει
οι άνθρωποι της φυλής
δεν
δεν αναγνωρίστηκαν
κανάλια στένεψαν
κι έγιναν στενάχωρα
φτερούγες πέταξαν μακριά
η πανσέληνος θάνατος
δεν
δεν πρόκειται να ζήσει πολύ
δεν μπόρεσε να της πει
να ζήσουμε μαζί στον ήλιο
κι ο ήλιος
γύρισε την πλάτη
έλαμψε μια στιγμή μονάχα
κι έδυσε
κάτι ήρθε πριν την ώρα του
όλα είχαν πια ειπωθεί
κι αυτή περίμενε ακόμη το σημάδι
την αυταπάτη της
κι όμως
την άφησε να πάει μόνη
μ’ένα «μη με ξεχάσεις» της
που το κατάπιε το σκοτάδι
μαζί με το σώμα της αγάπης
ασυναρμολόγητο
ανομολόγητο
ασυνάρτητο
άγνωστο
που τα πλοκάμια του ήλιου
δεν μπόρεσαν πια να διασώσουν
να ανασύρουν
κάτω από τα χαλάσματα
τόσων και τόσων δεν

192

96


διαλέγω αναμνήσεις

Οκτώβριος 4, 2010

διαλέγω τις αναμνήσεις μου
προσεχτικά
μία-μία
τις ξεδιαλέγω
με έγνοια
και φροντίδα
δεν είναι άλλη ζωή
αυτή είναι

.

El Secreto De Sus Ojos ( Juan Jose Campanella, 2009)

[ play, για ν’ακούσετε το γραμμόφωνο ]


περαστική (ωδή στην)

Νοέμβριος 22, 2009

.

άκου με
άκουσε τις ανάσες
που πάγωσαν στο βοριά των ζωών μου
τους ήλιους που έχασα
κι εκείνους που ξέχασα
κι όλα τα χίλια χρώματα
που φύλαξε η ίριδα για μένα
μα έπεσαν μέσα από χέρια τρύπια
κι έγιναν ένα με την άμμο
και τάχασα
δες με
σε όσα φοβήθηκα να νοιαστώ
και σ’όσα άφησα
κι απ’όσα έφυγα
σ’όσες σιωπές κροτάλισαν
σε τρύπια ρούχα
και στις γωνιές που διάλεξα να σταθώ
για να κοιτάξω τον κόσμο
και στις ερήμους που πέρασα
και στα ψηλά μου πετάγματα
στον ίλιγγο
κι ύστερα στις βυθίσεις
στα πλάτη της ταλάντωσης τα αχανή
και σε συχνότητες
που κόβουν την ανάσα
και μέτρα
όλα τα δάκρυα που έχω κλάψει
και τα χαμόγελα τα ενοχικά
τα κρυμμένα
και όσα άγγιξα
κι απορρόφησα με το δέρμα μου
και όσα κοίταξα και δεν είδα
φευγάτες εποχές
που γέμισαν την αγκαλιά μου
κι όσα με άγγιξαν
κι όσους με κοίταξαν χωρίς να με δουν
γιατί δεν κόπιασαν στα κλειστά μου παράθυρα
κι όσους με είδαν και βούρκωσα
δες με
στα τόσα που έτρεξα να προλάβω
κάνοντας κύκλους ατέρμονους
που δεν με πήγαν πουθενά
τους πανικούς που μούδεσαν τα πόδια
και μισοφωτισμένα παράθυρα
και ξεφτισμένες κουρτίνες
που ένα χέρι περίμεναν
πίσω από πόρτες βαριές
που ποτέ τους δεν άνοιξαν
κι όμως
πάνω τους έτρεμε μια πεταλούδα
δες με
στις στοές που έσκαψα
στα σκοτεινά
ακολουθώντας μια αόρατη πυξίδα
και στη σχεδία
που μια ζωή
σκυμμένη πάλεψα
πάνω από το νερό να κρατήσω
στην φουσκωμένη πλημμυρίδα
πέντε σανίδες όλες
πέρασα σκοινί στο σιδερένιο κρίκο της
κοντό σκοινί
και πάνω της βρίσκομαι ακόμη
τραβώ το σκοινί
και ζυγίζομαι
λίγο ακόμη να τη σηκώσω
μη βυθιστεί
και με ξεπλύνει από πάνω της το κύμα
σου λέω
λίγο ακόμη
και η δουλειά όπου νάναι τελειώνει
σε λίγο φτάνω την όχθη
κι εγώ
ν’αφήσω τη σχεδία μου
πλάι στις άλλες
κι έρχεται μεγάλη ξεκούραση
σε φιλόξενο χώμα
μα όχι ακόμα
μισή ώρα μετά
την τελική σιωπή
όταν κάθε αυλάκι στο νερό
θα έχει κλείσει


Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2009

[ play, για ν’ακούσετε το γραμμόφωνο ]


στα κύματα ..

Νοέμβριος 3, 2009

fregate_12_08_08 - bis

κάποτε
έρχεται το τελευταίο
από καθένα πράγμα
το τελευταίο γράμμα
η τελευταία σιωπή
χαμόγελο
γέλιο
φράση
η τελευταία λέξη
η τελευταία ματιά
το τελευταίο φιλί
κι ένα άγγιγμα
τελευταίο
που ίσως δεν υπήρξε ποτέ
μα το έζησες
κι έπειτα οι άνθρωποι
βαρκούλες
καρυδότσουφλα
χάνονται στα κύματα
για πάντα
άλλοι ν’ανθίσουνε σε άλλη γη
κι άλλοι
στα ίδια τους τα νερά
ν’αγκαλιαστούν
να τυλιχτούν
να ναυαγήσουν
εγώ το ήξερα
εσύ το είπες

192

η φωτογραφία είναι από τοLa dame de nage

96

[ play, για ν’ακούσετε το γραμμόφωνο ]


χάρτινη βαρκούλα

Οκτώβριος 13, 2009

.

Small Paper Boat

Petit Bateau en Papier
Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2009

1
έγινες
χάρτινη βαρκούλα
διπλωμένο
ξεδιπλωμένο χαρτί
χρωματιστή αυταπάτη
κι έφυγες στο νερό
μα δεν πήγες μακριά
βράχηκες
κι έπειτα μπάταρες
γύρω από τα πόδια μου

192

96

[ play, για ν’ακούσετε το γραμμόφωνο ]


Τρίτη, αργά τη νύχτα

Οκτώβριος 10, 2009

Project1
Πήγαμε ακόμη μια φορά στην Ακρόπολη. Σήμερα το βράδυ. Τ’ολοστρόγγυλο φεγγάρι έριχνε ένα φως νερωμένο, εύκολο. Ο βράχος ταξίδευε ανάερος και περπατούσαμε στο κατάστρωμα της μεγάλης γαλέρας μ’όλα τα πανιά της ανοιγμένα.
Σταθήκαμε εκεί κοντά στο ναό της Νίκης. Την εκράτησα από τη μέση. Ένιωσα πως η δίψα δε μας χώριζε πια.
— Σαλώμη, πρώτη φορά που ένιωσα στο πλευρό μου έναν άνθρωπο… έναν άνθρωπο της φυλής μου.
Με κοίταξε. Στο πρόσωπό της η έκφραση που αγάπησα τότε που γυρίζαμε από το Αστέρι. Λυπήθηκα που τη φώτιζε το φεγγάρι.
— Ξέρεις, δε με λένε Σαλώμη· με λένε Μπίλιω.
Μια συνοδεία μυθολογίες πέρασε μπροστά μου και χάθηκε·  ένα κοπάδι φτερούγες.
— Και τούτο είναι πιο σοβαρό, συνέχισε, δε θα χωριστούμε πια.
Μου φάνηκε πως το καράβι μας περνούσε από ένα κανάλι· ένιωσα στενάχωρα.
— Τώρα, της είπα, ο χωρισμός είναι αδιάφορος.
— Τόσο το καλύτερο… Ξέρεις, δεν πρόκειται να ζήσω πολύ.
Ένας δυνατός ρυθμός κύλησε πάνω στο πέλαγος του φεγγαριού κι ερχότανε ολοένα πιο κοντά μου. Έπειτα, καθώς τα μάτια ζώων σε δρόμους νυχτερινούς, γυάλισαν μέσα στη μνήμη μου τα μάρμαρα της μέρας εκείνης.
— Ά ! να ζήσουμε μαζί στον ήλιο, της είπα.
— Ναι, στον ήλιο, αποκρίθηκε. Για μένα τέλειωσε η Ακρόπολη. Πάει και η παρέα. Μόνο η Λάλα απομένει.
Την άκουα. Είπε ακόμη :
— Ποιος ξέρει, στην άκρη κάθε πόθου μπορεί να υπάρχει μία Λάλα.
Ακούστηκαν τα σφυρίγματα.
— Πρώτη φορά που έρχεται κάτι στην ώρα του. Μου φαίνεται πως τα είπαμε όλα.
Δε μίλησα. Είχαμε φτάσει στην κορυφή της μαρμαρένιας σκάλας.
— Άφησέ με να πάω μόνη· θα προτιμούσα.
— Γεια σου, της είπα.
— Γεια σου. Μη με ξεχάσεις.
Πήρε τα σκαλοπάτια. Κατέβαινε. Κατέβαινε το σώμα που είχα κρατήσει όλο το απόγευμα, με τόση χαρά. Η Σαλώμη είχε χαθεί και προσπαθούσα να το συναρμολογήσω με το καινούργιο του όνομα, εκείνο το σώμα. Κατέβηκε ακόμη. Έμεναν δυο σκαλοπάτια· τα πέρασε. Τώρα η μακριά σκάλα ήταν αδειανή ολωσδιόλου. Την εκοίταζα. Ξαφνικά μου φάνηκε πως το μάρμαρο κατάπιε όλο το φως και κατρακύλησε μαζί του μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. «Μα ποιος είμαι;» αναρωτήθηκα όπως μέσα σ’ένα όνειρο. Τότε ένας ήλιος τυφλωτικός άστραψε κρατώντας στα πλοκάμια του αυτή την αγάπη.

1

Απόσπασμα από το :
Γιώργος Σεφέρης, Έξι νύχτες στην Ακρόπολη-(Τέταρτη Νύχτα), Αθήνα, Ερμής, 1998, 273 σ.
Το πρωτότυπο κείμενο είναι πολυτονικό (απολύτως)

96

[ play, για ν’ακούσετε το γραμμόφωνο ]


Αρέσει σε %d bloggers: