οι μόνοι

Ιουνίου 5, 2011

4.- δικό μου, Crayon aquarellable, 63X140 mm, σε χαρτί πλαισίου (πασπαρτού), mai 1991. Για λίγο μεγαλύτερη ανάλυση, στην «προσωπική πινακοθήκη». ©All rights reserved

άνθρωποι μόνοι
άχρωμη φωνή
επίπεδη
άνθρωποι μόνοι
να βάφεις ατέλειωτους μονόλογους
δεν με ακούς
άνθρωποι μόνοι
να μιλάς επάνω στη φωνή μου
να αγωνιάς να εκφραστείς
άνθρωποι μόνοι
να απαιτείς το αυτί μου
-κι ούτε θυμάμαι αν μ’άκουσες ποτέ
άνθρωποι μόνοι
κάποτε άθελα φυλακίστηκες στο κουκούλι σου
και κανείς πια δεν μπορεί να σ’αγγίξει
άνθρωποι μόνοι
κουφάθηκες
δεν θα τραγουδήσεις ποτέ

Κυριακή 05 Ιουνίου 2011

[ play, για ν’ακούσετε το γραμμόφωνο ]


στις π(λ)ηγές του Αχέροντα

Αύγουστος 27, 2009

οι πηγές του Αχέροντα

οι πηγές του Αχέροντα

Νεκρομαντείο Αχέροντα

(μεγαλώστε)

Αυτές οι αράδεςγράφτηκαν με αφορμή την αληθινή ιστορία ενός κοριτσιού, πρωτότοκου, κι επέμενε πολύ σ’αυτό, που μούλεγε πως κάθε σούρουπο, από τα έντεκα ως τα δεκαεφτά της, έβγαινε έξω να δει τον ήλιο να πέφτει. Κι όταν πλησίαζε και το τελευταίο κομμάτι να χαθεί, τότε κρατούσε με όλη της τη δύναμη τα μάτια ανοιχτά, μην τύχει κι ο ήλιος χαθεί εκείνη τη μικρή στιγμή, τη φευγαλέα,  που ίσως να τάκλεινε, μόνο για λίγο, να τα υγράνει. Και την ώρα που και το τελευταίο κόκκινο χανόταν, τότε μόνο άφηνε τα βλέφαρα να πέσουν στα στεγνωμένα της μάτια κι ένα αθέλητο δάκρυ έπαιρνε τον κατήφορο.
Πέρασαν χρόνια πολλά και κύματα περισσότερα κι αυτό που εκείνης της άρεσε να ονομάζει πολύ νερό που κύλησε κάτω από γέφυρες,  και τούτη τη συνήθεια την τήρησε κάθε φορά που μπόρεσε. Τέτοια ώρα, φρόντιζε πάντα να επιστρέφει στο σπίτι της μόνο και μόνο γι’αυτή τη στιγμή.
Τα χρόνια που έλειπε μακριά, τα  σούρουπα την έβλεπαν να κατηφορίζει στο μεγάλο ποτάμι, κι εκεί απόμενε να κοιτάζει τη δύση ώσπου ο ήλιος χανόταν πίσω από ψηλά κτήρια. Έμενε εκεί, μέχρι να μην υπάρχουν πια σκιές, και τότε έπαιρνε πάλι τον ανήφορο για το σπίτι.


Αργότερα, όταν επέστρεψε, καθιέρωσε κάθε χρόνο, τέλος Αυγούστου, αρχές Σεπτέμβρη, ένα ταξίδι στον Αχέροντα.Ancient Acheron River Oracle
Η περιπλάνηση άρχιζε νωρίς το μεσημέρι, από το δέλτα του ποταμού, κι ύστερα, το απομεσήμερο έκανε τον συνήθη περίπατό της ανεβαίνοντας στις πηγές του, με τα χαμηλά κλαδιά και τη σκοτεινή βλάστηση, όπου ο ήλιος χανόταν γρήγορα πίσω από βουνά.

αναθηματικές πέτρες

αναθηματικοί λίθοι/μεγαλώστε

Κι έπειτα,  αποζητώντας να τον ξαναδεί, να μην παραδεχτεί το τέλος, απαιτούσε μαζί του ένα δεύτερο σούρουπο, μια χάρη, κι ανέβαινε στο λοφίσκο, στο νεκρομαντείο του Αχέροντα, στο Μεσόβουνο (εδώ κι εδώ). Πηδούσε το φράχτη, γιατί ο τόπος είναι πάντα κλειδωμένος τ’απογεύματα, κι ανηφόριζε τον λόφο. 3piges_acheronta44

Καθισμένη πάνω στις θεόρατες πέτρες, τις ζεστές, περίμενε, κοιτάζοντας στου ορίζοντα την άκρη,  να εισπνεύσει ό,τι μπορέσει απ’αυτήν την πιο βαθιά στιγμή της. Κι εκείνο το σούρουπο, ένα μόνο, από νωρίς, μια φορά κάθε χρόνο, σαν προσκύνημα, ανέβαινε στα χαλάσματα και περίμενε τον ήλιο, ώσπου εκείνος την άφηνε για δεύτερη φορά … 5piges_acheronta6

Και πάντα κατόπιν εορτής έφτανε κι ο κουτσός ο φύλακας και γύρευε τα εισιτήρια και τα πρόστιμα…

Έτσι μου τάπε κι έτσι τάγραψα, κι όρκο δεν παίρνω, μην ορκιστείτε ούτε κι εσείς.

180

2piges_acheronta2

96

[ play, για ν’ακούσετε το γραμμόφωνο ]


Αρέσει σε %d bloggers: