το τραίνο

Σεπτεμβρίου 6, 2009

τα πρώτα κυκλάμινα

τα πρώτα αλάνθαστα σημάδια, Φθινόπωρο 2009 (μεγαλώστε)

κι αυτό το φθινόπωρο
το τραίνο
ξαναμπαίνει στις ράγες
πιο κουρασμένο από ποτέ
κι έχει μια νύχτα
να διασχίσει
ανονείρευτη

ένα χειμώνα
μία ρουτίνα
μία βροχή
και σταθμούς
ανεόρταστους

με πόσο κόπο
τα πρώτα τριξίματα
έντιμα
δίχως ανάγνωση δεύτερη
και πλάγιο ήχο
επώδυνες αρθρώσεις
όμοιες

κι όλο λες
ήταν το τελευταίο
κι άλλο πια
δεν θ’ακουστεί
κι όμως ακόμη ένα
κι έπειτα κι άλλο
θαρρείς πυκνώνουν
τα τριξίματα
και προσπαθούν
ρυθμός να βρεθεί
σ’ένα αναγκαστικό σφύριγμα
ξύπνημα
ξένο

ύστερα
ίσως

να πάει και μόνο του
μηχανικά
ωσεί απόν

200


Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2009

96

[ play, για ν’ακούσετε το γραμμόφωνο ]


στις π(λ)ηγές του Αχέροντα

Αύγουστος 27, 2009

οι πηγές του Αχέροντα

οι πηγές του Αχέροντα

Νεκρομαντείο Αχέροντα

(μεγαλώστε)

Αυτές οι αράδεςγράφτηκαν με αφορμή την αληθινή ιστορία ενός κοριτσιού, πρωτότοκου, κι επέμενε πολύ σ’αυτό, που μούλεγε πως κάθε σούρουπο, από τα έντεκα ως τα δεκαεφτά της, έβγαινε έξω να δει τον ήλιο να πέφτει. Κι όταν πλησίαζε και το τελευταίο κομμάτι να χαθεί, τότε κρατούσε με όλη της τη δύναμη τα μάτια ανοιχτά, μην τύχει κι ο ήλιος χαθεί εκείνη τη μικρή στιγμή, τη φευγαλέα,  που ίσως να τάκλεινε, μόνο για λίγο, να τα υγράνει. Και την ώρα που και το τελευταίο κόκκινο χανόταν, τότε μόνο άφηνε τα βλέφαρα να πέσουν στα στεγνωμένα της μάτια κι ένα αθέλητο δάκρυ έπαιρνε τον κατήφορο.
Πέρασαν χρόνια πολλά και κύματα περισσότερα κι αυτό που εκείνης της άρεσε να ονομάζει πολύ νερό που κύλησε κάτω από γέφυρες,  και τούτη τη συνήθεια την τήρησε κάθε φορά που μπόρεσε. Τέτοια ώρα, φρόντιζε πάντα να επιστρέφει στο σπίτι της μόνο και μόνο γι’αυτή τη στιγμή.
Τα χρόνια που έλειπε μακριά, τα  σούρουπα την έβλεπαν να κατηφορίζει στο μεγάλο ποτάμι, κι εκεί απόμενε να κοιτάζει τη δύση ώσπου ο ήλιος χανόταν πίσω από ψηλά κτήρια. Έμενε εκεί, μέχρι να μην υπάρχουν πια σκιές, και τότε έπαιρνε πάλι τον ανήφορο για το σπίτι.


Αργότερα, όταν επέστρεψε, καθιέρωσε κάθε χρόνο, τέλος Αυγούστου, αρχές Σεπτέμβρη, ένα ταξίδι στον Αχέροντα.Ancient Acheron River Oracle
Η περιπλάνηση άρχιζε νωρίς το μεσημέρι, από το δέλτα του ποταμού, κι ύστερα, το απομεσήμερο έκανε τον συνήθη περίπατό της ανεβαίνοντας στις πηγές του, με τα χαμηλά κλαδιά και τη σκοτεινή βλάστηση, όπου ο ήλιος χανόταν γρήγορα πίσω από βουνά.

αναθηματικές πέτρες

αναθηματικοί λίθοι/μεγαλώστε

Κι έπειτα,  αποζητώντας να τον ξαναδεί, να μην παραδεχτεί το τέλος, απαιτούσε μαζί του ένα δεύτερο σούρουπο, μια χάρη, κι ανέβαινε στο λοφίσκο, στο νεκρομαντείο του Αχέροντα, στο Μεσόβουνο (εδώ κι εδώ). Πηδούσε το φράχτη, γιατί ο τόπος είναι πάντα κλειδωμένος τ’απογεύματα, κι ανηφόριζε τον λόφο. 3piges_acheronta44

Καθισμένη πάνω στις θεόρατες πέτρες, τις ζεστές, περίμενε, κοιτάζοντας στου ορίζοντα την άκρη,  να εισπνεύσει ό,τι μπορέσει απ’αυτήν την πιο βαθιά στιγμή της. Κι εκείνο το σούρουπο, ένα μόνο, από νωρίς, μια φορά κάθε χρόνο, σαν προσκύνημα, ανέβαινε στα χαλάσματα και περίμενε τον ήλιο, ώσπου εκείνος την άφηνε για δεύτερη φορά … 5piges_acheronta6

Και πάντα κατόπιν εορτής έφτανε κι ο κουτσός ο φύλακας και γύρευε τα εισιτήρια και τα πρόστιμα…

Έτσι μου τάπε κι έτσι τάγραψα, κι όρκο δεν παίρνω, μην ορκιστείτε ούτε κι εσείς.

180

2piges_acheronta2

96

[ play, για ν’ακούσετε το γραμμόφωνο ]


μιας νύχτας ανα(σ)τολή

Αύγουστος 25, 2009

1


στην ώρα του σούρουπου
στη διαστολή της σιωπής
που όλα τα χωράει
και οι σκιές χάνονται
στην ώρα
που δεν είναι για τίποτε
μόνο αργό μεταίχμιο
το πιο σίγουρο σημάδι στο χρόνο
κι άλλη μια μέρα που τέλειωσε
και πέθανε ανακουφιστικά
λυτρωτικά
σ’ένα ανείπωτο ‘ουφ’
και τίποτε δεν την κρατάει μέσα
πρέπει να βγει
να τη δει να τελειώνει
κι ένας λυγμός πενθεί
του ήλιου το βούτηγμα
το ραγισμένο
σ’ορίζοντα αιματηρό
κι εκείνη μόνη
επί σκηνής
να συνοψίζει τις ήττες της
και την ανώφελη αιματοχυσία2 11 bis
κι όλα όσα πήγαν χαμένα
δεν τα θυμάται
μα την σμιλέψανε πριν να χαθούν
και τα νιώθει σ’ένα σώμα
δεμάτι τεντωμένες χορδές
να πάλλονται
και τις ακούει
κι ο χρόνος κυλά
τα βήματά του αφουγκράζεται
την πλησιάζει
την τύλιξε
και δεν υπάρχει γύρω ψυχή
μα είναι λιγότερο μόνη
κι ο ήλιος τη γεμίζει
θαρρείς και βούτηξε μέσα της
και λαχταρά
χωρίς βιάση
να υποδεχτεί μια νύχτα
πού όλα τα υπόσχεται
μα τα κρατάει μυστικά
άλλη μια νύχτα
τομή σε σάρκα ζεστή2 9 tri
καθώς η κάθε στιγμή
η κάθε γωνιά της
αφήνει στα πόδια της
κι ένα καινούριο πανόραμα

.


Τρίτη 18 Αυγούστου 2009

25a

[ play, για ν’ακούσετε το γραμμόφωνο ]


η πέτρα που λιγοστεύει

Ιουλίου 5, 2009
tête, δ.λ.12mai1991, 174X268mm

1.- δικό μου, tête en pierre, crayon aquarellable σε χαρτόνι, 174X268 mm, Paris, 12mai1991. Για λίγο μεγαλύτερη ανάλυση, στην «προσωπική πινακοθήκη». ©All rights reserved

με κάθε χτύπημα

πέφτει κι ένα κομμάτι πέτρας ..

με κάθε κομμάτι που χάνει

σμιλεύεται όλο και πιο πολύ η μορφή της ..

κι η πέτρα αρχίζει με τα χρόνια

να μοιάζει με κάτι ..

γιατί κανένας δεν γεννήθηκε άνθρωπος ..

πότε πιο αργά, πότε πιο λαχανιασμένα …

χτύπημα το χτύπημα,

γίνεται και γίνεται …

..

.

.

25

[ play, για ν’ακούσετε το γραμμόφωνο ]


μικρή μελέτη σε σέπια

Ιουνίου 26, 2009

.
.

sepia-photo

έκανα όλο το δρόμο μόνη μου για να σε φτάσω
όλο το δρόμο
μόνο εγώ

και σε μετράω ανάμεσα στις λιγοστές συναντήσεις μου
στα στέρεα χνάρια που ορίζουν το δρόμο μου

δέντρο που ρίχνει μεγάλη σκιά,
λύγισα, λύγισα, λύγισα…
η σκιά μου μεγάλωσε

σ’έφτασα, σ’έζησα
όπως έζησα όσους έζησαν άλλοτε και αλλού
και ζω μαζί τους
και ποτέ δεν τους γνώρισα

το ίχνος έσβησε
ο κύκλος έκλεισε

δεν βρίσκεται πια η αρχή
το τέλος μόνο

.


25

[ play, για ν’ακούσετε το γραμμόφωνο ]


Αρέσει σε %d bloggers: