Hiroshige Andō: δεκαέξι εικόνες για την πανσέληνο

Ιουλίου 3, 2012

για την σημερινή πανσέληνο…

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

via

Δείτε για τον Hiroshige Andō (1797 – 1858) και την ζωγραφική του.


Tanizaki Jun’ichirō, το εγκώμιο της σκιάς

Νοέμβριος 30, 2008

« … Το χαρτί είναι ένα πράγμα που απ’ό,τι ξέρω ανακαλύφθηκε από τους Κινέζους · για το δυτικό χαρτί δεν τρέφουμε κανένα ιδιαίτερο συναίσθημα και δεν είναι τίποτα περισσότερο από κάποιο πράγμα καθαρά πρακτικής σημασίας, ενώ η υφή του κινέζικου και του ιαπωνικού χαρτιού μας δίνει μια αίσθηση ζεστασιάς και γαληνεύει το πνεύμα μας. Γιατί ακόμα και το ίδιο το λευκό χρώμα είναι διαφορετικό στο άσπρο ενός δυτικού χαρτιού και σ’αυτό ενός δικού μας. Το δυτικό χαρτί μοιάζει να αποδιώχνει το φως, ενώ το χοσό (1) και το κινέζικο χαρτί το ρουφάει μέσα του, μεστά, όπως η απαλή επιφάνεια του πρώτου χιονιού · μαλακό στο άγγιγμα του χεριού, αθόρυβο όταν τσαλακώνει ή στο δίπλωμα · ευγενικό, όπως το γαλήνιο άγγιγμα του φύλλου ενός δέντρου.

Γιατί το δικό μας πνεύμα δεν βρίσκει τη γαλήνη σε τίποτα γυαλιστερό. Οι Δυτικοί χρησιμοποιούν επιτραπέζια σκεύη ασημένια, ατσάλινα ή από νίκελ, τα οποία τα στιλβώνουν μέχρι να λάμψουν, πράγμα που εμείς το αντιπαθούμε. Αν και χρησιμοποιούμε κι εμείς το ασήμι στις τσαγιέρες, τα κύπελλα και τις καράφες του σάκε (2), δεν τα στιλβώνουμε όπως κάνουν εκείνοι. Αντίθετα τα απολαμβάνουμε όταν η λάμψη της επιφάνειας ξεθωριάζει με το πέρασμα τού χρόνου κι έρχεται και παίρνει ένα χρώμα μαύρο καπνισμένο, και σε κάθε σπιτικό έχει συμβεί ν’ακούσει μια χωρίς καλαισθησία υπηρέτρια τα εξ αμάξης από τη νοικοκυρά, επειδή εξαφάνισε, γυαλίζοντάς τα μέχρι να γίνουν καθρέφτες, την πατίνα που με τόσους κόπους είχε εναποθέσει ο χρόνος στα ασημικά … »


cf84cebf-ceb5ceb3cebacf8ecebcceb9cebf-cf84ceb7cf82-cf83cebaceb9ceaccf821

Μικρό απόσπασμα από το : Tanizaki Junichirô, ΤΟ ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΗΣ ΣΚΙΑΣ. Αθήνα, Άγρα, 1992, 220 σ. Εξαιρετικά μεταφρασμένο από τα ιαπωνικά, προλογισμένο και σχολιασμένο από τον Παναγιώτη Ευαγγελίδη. Τίτλος πρωτότυπου : IN΄EI RAISAN, 1933

σημ. του μεταφραστή: (1).- Υψηλής ποιότητας ιαπωνικό χαρτί. Το παραδοσιακό χαρτί στην Ιαπωνία δεν είναι λείο όπως το δυτικό, γίνεται από ρύζι και άλλες φυτικές ουσίες και είναι ινώδες με προεξοχές στην υφή του και αποχρώσεις. (2).- Ιαπωνικό αλκοόλ από ρύζι. Πίνεται συνήθως ζεσταμένο.

Από το οπισθόφυλλο

Το εγκώμιο της σκιάς είναι μια πολύ εύγλωττη έκθεση της αντίληψης του Τανιζάκι (1886-1965) -ενός από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της Ιαπωνίας- για την ομορφιά, αυτήν της γιαπωνέζικης και κατ’ επέκταση της ανατολίτικης αισθητικής στις τέχνες και κυρίως στην καθημερινή ζωή. Μας δηλώνει εξαρχής πως η φύση αυτής της ομορφιάς είναι αυτή των σκιών και του ομιχλώδους, πως ο όρος γέννησης και ύπαρξής της είναι το σκοτάδι και η ασάφεια, μια ομορφιά που είναι τέτοια γιατί είναι κρυμμένη, και αμυδρή, μισοϊδωμένη σαν μέσα σε όνειρο, αντίθετα με το αντικείμενο της δυτικής ομορφιάς που πρέπει πριν παραδοθεί στη θέα να στιλβωθεί και να φωτιστεί ολοκληρωτικά γιατί μόνον έτσι θα αναδειχθεί σε όλη του τη δόξα. Η αισθητική αντίληψη της ομορφιάς στις ιαπωνικές τέχνες και τις πρακτικές της καθημερινότητας έχει δοξαστεί και συνοψιστεί σε λέξεις-αξίες όπως το σάμπι, που σημαίνει νηφαλιότητα, μετριοπάθεια, πάλιωμα αισθητικό, πατίνα του χρόνου, ομορφιά της σκουριάς. Όπως το ουάμπι, που είναι η γαλήνια λεπτότητα, το συγκρατημένο γούστο, μια μοναχικότητα και μια θλίψη καλαίσθητες. Αξίες που πάνε χέρι-χέρι με τη σκιά και εχθρεύονται καθετί που γυαλίζει και επιδεικνύεται. Η ομορφιά είναι ψυχρή, σκοτεινή και διακριτική.

Tanizaki Junichiro, Libro d'ombra

Tanizaki Jun’ichirō, Libro d’ombra

Εγκώμιο και θαυμασμός του μισοσκόταδου, της καπνισμένης και θολής πατίνας που αποκτούν τα αντικείμενα με το πέρασμα του χρόνου. Δοκίμιο με την ιαπωνική έννοια του όρου zuihitsu, δηλαδή ανάμεικτα γραψίματα, πένα ετερόκλητη και χωρίς a priori περιορισμούς του είδους, που αποτελεί όμως ένα ξεχωριστό λογοτεχνικό είδος, ένα ακόμη μεικτό είδος πρόζας απ’ αυτά που οι Ιάπωνες συγγραφείς από πολύ παλαιότερες εποχές τόσο αγαπούν, δοκίμιο χωρίς όμως τη θεωρητική αυστηρότητα που ο όρος υποδηλώνει στη Δύση. Ιδέες και συγκρίσεις ελεύθερες και ετερόκλητες, ποίηση και καθημερινότητα, παραδοξολογία και μαζί οι μεγαλύτερες εκλογικεύσεις του αισθητικού φαινομένου. Το εγκώμιο της σκιάς γράφτηκε το 1933, όταν δηλαδή ο Τανιζάκι είχε πλέον ολοκληρώσει τη στροφή του προς την αισθητική και τις παραδοσιακές αξίες του ιαπωνικού πολιτισμού, και είναι ακριβώς ένα δοκίμιο πάνω σ’ αυτήν την αισθητική και στην άβυσσο που τη χωρίζει απ’ αυτήν της Δύσης.

Το παλιό σπίτι του Tanizaki, η «Ishōan» στο Kobe, όπου έγραψε την πρώτη εκδοχή του Sasameyuki το 1943 (μεγαλώστε το)

Η έκδοση συνοδεύεται και από 12 μαυρόασπρες και έγχρωμες φωτογραφίες.

Για τον Τανιζάκι

Tanizaki Junichirô

Tanizaki Jun’ichirō

Ο Τζουνιτσίρο Τανιζάκι (1886-1965) ήταν ένας γνήσιος «γιος του Έντο», που γεννήθηκε στο Νιχόνμπασι, τη λαϊκή εμπορική περιοχή κοντά στο λιμάνι του Τόκυο, που θεωρείται το λίκνο των πραγματικών συνεχιστών της φεουδαρχικής πρωτεύουσας. Παρ’ όλα αυτά, στα μισά περίπου της ζωής του μετακινήθηκε και πήγε να ζήσει στο Κανσάι, την περιοχή της Οσάκα και του Κυότο, το κέντρο της παραδοσιακής ιαπωνικής αυτοκρατορικής κουλτούρας. Ένα πάθος για τη Δύση ήταν εφήμερο όσον αφορά τον κινηματογράφο, την τροφή και τη μόδα, παρέμεινε όμως μέχρι το τέλος της ζωής του για ό,τι είχε σχέση με τη δυτική λογοτεχνία, την οποία μελέτησε ευρέως και κατά εποχές μετέφρασε στη μητρική του γλώσσα. Ταυτόχρονα απορροφήθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά καθώς περνούσαν τα χρόνια από τις παραδόσεις και την κουλτούρα του Κανσάι. Θεωρείται απ’ τους γίγαντες της ιαπωνικής λογοτεχνίας και τα έργα του καλύπτουν τεράστια θεματική και στυλιστική γκάμα, συνιστώντας το καθένα μία αναφορά σε κάποιο διαφορετικό λογοτεχνικό είδος. Τα γνωστότερα μυθιστορήματά του είναι : Ναόμι (1924), Έντομα που τρώνε τσουκνίδες (1928), Ασικάρα (1932), Οι αδερφές Μακιόκα (1943-1948), Το κλειδί (1956), Το ημερολόγιο ενός ξεμωραμένου γέρου (1961). Ασχολήθηκε επίσης συστηματικά με την απόδοση στα σύγχρονα ιαπωνικά του μεγάλου έπους Η ιστορία του Γκέντζι (1010 μ.Χ. περίπου). Ο Τανιζάκι έζησε στο Κανσάι μέχρι το τέλος της ζωής του. Το 1949 τιμήθηκε με το Αυτοκρατορικό Βραβείο λογοτεχνίας και συνέχισε να γράφει μέχρι το θάνατό του το 1956.

25


Αρέσει σε %d bloggers: