αναζητώντας τον παρόντα χρόνο

Μαρτίου 27, 2011

το πρωτότυπο, στα γαλλικά (μεγαλώστε)

επιθυμώ χωρίς ανάπαυλα
ως την απόγνωση
επιθυμώ τον παραισθησιογόνο έρωτα
ψευδαίσθηση μοιράσματος έξω απ’το χρόνο
μοιράσματος με τους όμοιους
που έζησαν κάποτε
και που θα ζήσουν όταν δεν θα υπάρχω

ζητώ μερίδιο από την τέχνη
που πάντα ανήκε στους ιδιοφυείς
την τέχνη των παιχνιδιών των πιο επικίνδυνων
εκείνων που ανθίζουν στα όρια τα άπιαστα της ύπαρξης
που όλοι λυσσάνε να δρασκελίσουν
εκεί που καθένας μεθά
με φευγαλέες εκδρομές στο επέκεινα
εκεί που καθένας υπάρχει
μονάχα για ν’αγγίξει τον απαγορευμένο καρπό

η ζωή παραμονεύει την καταστροφή:
ενός σώματος
που προκαλεί αδιάκοπα την άβυσσο του θανάτου και της ειρήνης
η ζωή παραμονεύει την καταστροφή:
μιας ψυχής
που γλύφει αχόρταγα τις όχθες της τρέλας
καθώς τις ζωντανεύουν ανεπαίσθητα οι σκιές των σειρήνων



Απόδοση στα ελληνικά στις 26 Μαρτίου 2011


[ play, για ν’ακούσετε το γραμμόφωνο ]

Advertisements

το χέρι μιας αλεπούς

Σεπτεμβρίου 22, 2010

από το εξώφυλλο της γαλλικής έκδοσης του: «Totto-Chan, το κοριτσάκι στο παράθυρο», της Tetsuko Kuroyanagi

το βύσσινο έγινε γλυκό
κι αιμάσσον καταστάλαζε στη γυάλα του
κι είδε πως έκλεψε δυο ρόγες … μικρές ..
ίσως και παραπάνω .. μα όχι πολλές ..
κι έσταξαν διάφανες κλωστές στο πάτωμα
τα κόκκινα σημάδια
κι ύστερα αργά κι αθόρυβα
σκυφτή τη σκάλα ανέβηκε την πέτρινη
σε όνειρο χαμένη
το χέρι έσερνε στον τοίχο
κι όταν θυμήθηκε να δει τα δάχτυλα
δεν είχε χέρι ..
απ’τον λευκό επίδεσμο
έβγαινε τώρα το χέρι μιας αλεπούς

.
.
.
.
.

Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010

.

.

[ play, για ν’ακούσετε το γραμμόφωνο ]


περαστική (ωδή στην)

Νοέμβριος 22, 2009

.

άκου με
άκουσε τις ανάσες
που πάγωσαν στο βοριά των ζωών μου
τους ήλιους που έχασα
κι εκείνους που ξέχασα
κι όλα τα χίλια χρώματα
που φύλαξε η ίριδα για μένα
μα έπεσαν μέσα από χέρια τρύπια
κι έγιναν ένα με την άμμο
και τάχασα
δες με
σε όσα φοβήθηκα να νοιαστώ
και σ’όσα άφησα
κι απ’όσα έφυγα
σ’όσες σιωπές κροτάλισαν
σε τρύπια ρούχα
και στις γωνιές που διάλεξα να σταθώ
για να κοιτάξω τον κόσμο
και στις ερήμους που πέρασα
και στα ψηλά μου πετάγματα
στον ίλιγγο
κι ύστερα στις βυθίσεις
στα πλάτη της ταλάντωσης τα αχανή
και σε συχνότητες
που κόβουν την ανάσα
και μέτρα
όλα τα δάκρυα που έχω κλάψει
και τα χαμόγελα τα ενοχικά
τα κρυμμένα
και όσα άγγιξα
κι απορρόφησα με το δέρμα μου
και όσα κοίταξα και δεν είδα
φευγάτες εποχές
που γέμισαν την αγκαλιά μου
κι όσα με άγγιξαν
κι όσους με κοίταξαν χωρίς να με δουν
γιατί δεν κόπιασαν στα κλειστά μου παράθυρα
κι όσους με είδαν και βούρκωσα
δες με
στα τόσα που έτρεξα να προλάβω
κάνοντας κύκλους ατέρμονους
που δεν με πήγαν πουθενά
τους πανικούς που μούδεσαν τα πόδια
και μισοφωτισμένα παράθυρα
και ξεφτισμένες κουρτίνες
που ένα χέρι περίμεναν
πίσω από πόρτες βαριές
που ποτέ τους δεν άνοιξαν
κι όμως
πάνω τους έτρεμε μια πεταλούδα
δες με
στις στοές που έσκαψα
στα σκοτεινά
ακολουθώντας μια αόρατη πυξίδα
και στη σχεδία
που μια ζωή
σκυμμένη πάλεψα
πάνω από το νερό να κρατήσω
στην φουσκωμένη πλημμυρίδα
πέντε σανίδες όλες
πέρασα σκοινί στο σιδερένιο κρίκο της
κοντό σκοινί
και πάνω της βρίσκομαι ακόμη
τραβώ το σκοινί
και ζυγίζομαι
λίγο ακόμη να τη σηκώσω
μη βυθιστεί
και με ξεπλύνει από πάνω της το κύμα
σου λέω
λίγο ακόμη
και η δουλειά όπου νάναι τελειώνει
σε λίγο φτάνω την όχθη
κι εγώ
ν’αφήσω τη σχεδία μου
πλάι στις άλλες
κι έρχεται μεγάλη ξεκούραση
σε φιλόξενο χώμα
μα όχι ακόμα
μισή ώρα μετά
την τελική σιωπή
όταν κάθε αυλάκι στο νερό
θα έχει κλείσει


Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2009

[ play, για ν’ακούσετε το γραμμόφωνο ]


Τρίτη, αργά τη νύχτα

Οκτώβριος 10, 2009

Project1
Πήγαμε ακόμη μια φορά στην Ακρόπολη. Σήμερα το βράδυ. Τ’ολοστρόγγυλο φεγγάρι έριχνε ένα φως νερωμένο, εύκολο. Ο βράχος ταξίδευε ανάερος και περπατούσαμε στο κατάστρωμα της μεγάλης γαλέρας μ’όλα τα πανιά της ανοιγμένα.
Σταθήκαμε εκεί κοντά στο ναό της Νίκης. Την εκράτησα από τη μέση. Ένιωσα πως η δίψα δε μας χώριζε πια.
— Σαλώμη, πρώτη φορά που ένιωσα στο πλευρό μου έναν άνθρωπο… έναν άνθρωπο της φυλής μου.
Με κοίταξε. Στο πρόσωπό της η έκφραση που αγάπησα τότε που γυρίζαμε από το Αστέρι. Λυπήθηκα που τη φώτιζε το φεγγάρι.
— Ξέρεις, δε με λένε Σαλώμη· με λένε Μπίλιω.
Μια συνοδεία μυθολογίες πέρασε μπροστά μου και χάθηκε·  ένα κοπάδι φτερούγες.
— Και τούτο είναι πιο σοβαρό, συνέχισε, δε θα χωριστούμε πια.
Μου φάνηκε πως το καράβι μας περνούσε από ένα κανάλι· ένιωσα στενάχωρα.
— Τώρα, της είπα, ο χωρισμός είναι αδιάφορος.
— Τόσο το καλύτερο… Ξέρεις, δεν πρόκειται να ζήσω πολύ.
Ένας δυνατός ρυθμός κύλησε πάνω στο πέλαγος του φεγγαριού κι ερχότανε ολοένα πιο κοντά μου. Έπειτα, καθώς τα μάτια ζώων σε δρόμους νυχτερινούς, γυάλισαν μέσα στη μνήμη μου τα μάρμαρα της μέρας εκείνης.
— Ά ! να ζήσουμε μαζί στον ήλιο, της είπα.
— Ναι, στον ήλιο, αποκρίθηκε. Για μένα τέλειωσε η Ακρόπολη. Πάει και η παρέα. Μόνο η Λάλα απομένει.
Την άκουα. Είπε ακόμη :
— Ποιος ξέρει, στην άκρη κάθε πόθου μπορεί να υπάρχει μία Λάλα.
Ακούστηκαν τα σφυρίγματα.
— Πρώτη φορά που έρχεται κάτι στην ώρα του. Μου φαίνεται πως τα είπαμε όλα.
Δε μίλησα. Είχαμε φτάσει στην κορυφή της μαρμαρένιας σκάλας.
— Άφησέ με να πάω μόνη· θα προτιμούσα.
— Γεια σου, της είπα.
— Γεια σου. Μη με ξεχάσεις.
Πήρε τα σκαλοπάτια. Κατέβαινε. Κατέβαινε το σώμα που είχα κρατήσει όλο το απόγευμα, με τόση χαρά. Η Σαλώμη είχε χαθεί και προσπαθούσα να το συναρμολογήσω με το καινούργιο του όνομα, εκείνο το σώμα. Κατέβηκε ακόμη. Έμεναν δυο σκαλοπάτια· τα πέρασε. Τώρα η μακριά σκάλα ήταν αδειανή ολωσδιόλου. Την εκοίταζα. Ξαφνικά μου φάνηκε πως το μάρμαρο κατάπιε όλο το φως και κατρακύλησε μαζί του μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. «Μα ποιος είμαι;» αναρωτήθηκα όπως μέσα σ’ένα όνειρο. Τότε ένας ήλιος τυφλωτικός άστραψε κρατώντας στα πλοκάμια του αυτή την αγάπη.

1

Απόσπασμα από το :
Γιώργος Σεφέρης, Έξι νύχτες στην Ακρόπολη-(Τέταρτη Νύχτα), Αθήνα, Ερμής, 1998, 273 σ.
Το πρωτότυπο κείμενο είναι πολυτονικό (απολύτως)

96

[ play, για ν’ακούσετε το γραμμόφωνο ]


φθινοπωρινό … (δεν γίνεται πιο..)

Οκτώβριος 3, 2009

.

«Les Feuilles Mortes» « Τα Νεκρά Φύλλα »

.

Oh! Je voudrais tant que tu te souviennes Ω ! Πόσο θάθελα να θυμηθείς
des jours heureux où nous étions amis ευτυχισμένες μέρες που ήμασταν φίλοι
En ce temps-là la vie était plus belle Τότε η ζωή ήταν πιο όμορφη
et le soleil plus brûlant qu’aujourd’hui κι ο ήλιος πιο καυτός από σήμερα
Les feuilles mortes se ramassent à la pelle… Τα πεσμένα φύλλα μαζεύονται με το φτυάρι…
Tu vois je nai pas oublié Βλέπεις δεν ξέχασα
Les feuilles mortes se ramassent à la pelle Τα πεσμένα φύλλα μαζεύονται με το φτυάρι
les souvenirs et les regrets aussi μαζί και οι αναμνήσεις και οι απογοητεύσεις
et le vent du nord les emporte κι βοριάς τα παρασύρει
dans la nuit froide de loubli μέσα στην παγωμένη νύχτα της λήθης
Tu vois je nai pas oublié Βλέπεις δεν ξέχασα
la chanson que tu me chantais το τραγούδι που μου τραγουδούσες
leafCest une chanson qui nous ressemble Είναι ένα τραγούδι που μας μοιάζει
Toi
tu maimais Εσύ μ’αγαπούσες
et
je taimais και σ’αγαπούσα
Et
nous vivions tous deux ensemble Και ζούσαμε οι δυό μαζί
toi
qui maimais εσύ που μ’αγαπούσες
moi
qui taimais εγώ που σ’αγαπούσα
Mais
la vie sépare ceux qui saiment Μα η ζωή χωρίζει αυτούς που αγαπιούνται
tout
doucement τόσο γλυκά
sans
faire de bruit χωρίς να κάνει θόρυβο
et
la mer efface sur le sable κι η θάλασσα σβήνει πάνω στην άμμο
les
pas des amants désunis τα βήματα των αποχωρισμένων εραστών …
Mais mon amour silencieux et fidèle Αλλά η σιωπηλή και πιστή αγάπη μου
sourit toujours et remercie la vie χαμογελάει πάντοτε και ευχαριστεί τη ζωή
Je taimais tant, tu étais si jolie Σ’αγαπούσα τόσο, ήσουν τόσο όμορφη
Comment veuxtu que je toublie Πώς θέλεις να σε ξεχάσω
En ce tempslà la vie était plus belle Τότε η ζωή ήταν πιο όμορφη
et le soleil plus brûlant quaujourdhui κι ο ήλιος πιο καυτός από σήμερα
Tu étais ma plus douce amie Ήσουν η πιο γλυκιά μου φίλη …
Mais je nai que faire des regrets Αλλά δεν μπορώ παρά να λυπάμαι
Et la chanson que tu chantais Και το τραγούδι που τραγουδούσες
toujours toujours je lentendrai πάντοτε πάντοτε θα το ακούω
leaf
C’est une chanson qui nous ressemble Είναι ένα τραγούδι που μας μοιάζει
Toi tu m’aimais Εσύ μ’αγαπούσες
et je t’aimais και σ’αγαπούσα
Et nous vivions tous deux ensemble Και ζούσαμε οι δυό μαζί
toi qui m’aimais εσύ που μ’αγαπούσες
et que j’aimais και που αγαπούσα
Mais la vie sépare ceux qui s’aiment Μα η ζωή χωρίζει αυτούς που αγαπιούνται
tout doucement τόσο γλυκά
sans faire de bruit χωρίς να κάνει θόρυβο
et la mer efface sur le sable κι η θάλασσα σβήνει πάνω στην άμμο
les pas des amants désunis τα βήματα των αποχωρισμένων εραστών…
απόδοση: 192

Στίχοι :  Jacques Prévert

Μουσική: Joseph Kosma

Το πρωτοτραγούδησε ο Yves Montand, το 1946, στην ταινία του Marcel Carné, «Les Portes de la Nuit« (οι Πύλες της Νύχτας)

.

.

.

.

.

96

.

.


μιας νύχτας ανα(σ)τολή

Αύγουστος 25, 2009

1


στην ώρα του σούρουπου
στη διαστολή της σιωπής
που όλα τα χωράει
και οι σκιές χάνονται
στην ώρα
που δεν είναι για τίποτε
μόνο αργό μεταίχμιο
το πιο σίγουρο σημάδι στο χρόνο
κι άλλη μια μέρα που τέλειωσε
και πέθανε ανακουφιστικά
λυτρωτικά
σ’ένα ανείπωτο ‘ουφ’
και τίποτε δεν την κρατάει μέσα
πρέπει να βγει
να τη δει να τελειώνει
κι ένας λυγμός πενθεί
του ήλιου το βούτηγμα
το ραγισμένο
σ’ορίζοντα αιματηρό
κι εκείνη μόνη
επί σκηνής
να συνοψίζει τις ήττες της
και την ανώφελη αιματοχυσία2 11 bis
κι όλα όσα πήγαν χαμένα
δεν τα θυμάται
μα την σμιλέψανε πριν να χαθούν
και τα νιώθει σ’ένα σώμα
δεμάτι τεντωμένες χορδές
να πάλλονται
και τις ακούει
κι ο χρόνος κυλά
τα βήματά του αφουγκράζεται
την πλησιάζει
την τύλιξε
και δεν υπάρχει γύρω ψυχή
μα είναι λιγότερο μόνη
κι ο ήλιος τη γεμίζει
θαρρείς και βούτηξε μέσα της
και λαχταρά
χωρίς βιάση
να υποδεχτεί μια νύχτα
πού όλα τα υπόσχεται
μα τα κρατάει μυστικά
άλλη μια νύχτα
τομή σε σάρκα ζεστή2 9 tri
καθώς η κάθε στιγμή
η κάθε γωνιά της
αφήνει στα πόδια της
κι ένα καινούριο πανόραμα

.


Τρίτη 18 Αυγούστου 2009

25a

[ play, για ν’ακούσετε το γραμμόφωνο ]


Αρέσει σε %d bloggers: